Αποστολικόν και Ευαγγελικόν Άνάγνωσμα

 Κυριακής 20 Αυγ., 2017

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου θ΄2-12 

Ἀδελφοί, ἡ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ. Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί. Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν; Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς; Ἤ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι; Τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; Τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; Ἤ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει; Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; Ἤ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει; Ἐν γὰρ τῷ Μωσέως νόμῳ γέγραπται· «Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; Ἤ δι᾿ ἡμᾶς πάντως λέγει; Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, ὅτι ἐπ᾿ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ᾿ ἐλπίδι. Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; Εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ. 

Απόδοση στην Νεολληνική

Ἀδελφοί, γιατί η σφραγίδα της δικής μου αποστολής εσείς είστε με τη χάρη του Κυρίου. Αυτή είναι η δική μου απάντηση σ' εκείνους που με ρωτούν σαν ανακριτές.  Μήπως δεν έχουμε δικαίωμα να φάμε και να πιούμε με έξοδα της εκκλησίας;  Μήπως δεν έχουμε δικαίωμα να πάρουμε μια χριστιανή σύζυγο να μας συνοδεύει στις περιοδείες μας, όπως κάνουν και οι υπόλοιποι απόστολοι και οι αδελφοί του Κυρίου και ο Κηφάς;  Ή μήπως εγώ κι ο Βαρνάβας μόνο δεν έχουμε το δικαίωμα να συντηρούμαστε από την εκκλησία χωρίς να εργαζόμαστε;  Ποιος υπηρετεί ποτέ στο στρατό με δικά του έξοδα; Ποιος φυτεύει αμπέλι και από τον καρπό του δεν τρώει; Ή ποιος βόσκει ένα κοπάδι πρόβατα και δεν τρώει από το γάλα του κοπαδιού;  Μήπως τα λέω αυτά κινούμενος από ανθρώπινα ελατήρια; Ή μήπως δε λέει τα ίδια και ο νόμος;  Διότι στο Μωσαϊκό νόμο είναι γραμμένο: «Δε θα φιμώσεις το βόδι που αλωνίζει». Μήπως για τα βόδια είναι που νοιάζεται ο Θεός;  Ή το λέει αποκλειστικά για μας; Και βέβαια για μας είναι που γράφτηκε, καθότι εκείνος που οργώνει, πρέπει να οργώνει με την ελπίδα της απολαβής, όπως κι εκείνος που αλωνίζει γεμάτος ελπίδα, πρέπει να μετέχει στον καρπό της ελπίδας του.  Αφού, λοιπόν, εμείς σπείραμε τα πνευματικά αγαθά, είναι άραγε πολύ αν θερίσουμε από τα δικά σας υλικά αγαθά;  Όταν άλλοι ασκούν την εξουσία τους να συμμετέχουν στα αγαθά σας, δε θα ήταν πολύ πιο δίκαιο να συμμετέχουμε εμείς; Όμως δεν ασκήσαμε το δικαίωμα τούτο. Αντίθετα, όλα τα υπομένουμε σιωπηλά για να μην παρεμβάλλουμε κανένα εμπόδιο στο Ευαγγέλιο του Χριστού. 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

 (Ματθ. ιη’ 23-35) 

 

Εἶπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην∙ Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ΄ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὄφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ΄ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. Ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεναὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

 

Απόδοση στην Νεολληνική

Εἶπε ο Κύριος αυτή την παραβολή: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μ΄ ἕνα βασιλιά, πού θέλησε νά τοῦ ἀποδώσουν λογαριασμό οἱ δοῦλοι του. Μόλις ἄρχισε νά κάνει τό λογαριασμό, τοῦ φέρανε κάποιον πού ὄφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Ἐπειδή δέν μποροῦσε νά τά ἐπιστρέψει, ὁ κύριός του διέταξε νά πουλήσουν τόν ἴδιο, τή γυναίκα του, τά παιδιά του κι ὅλα τά ὑπάρχοντά του καί νά τοῦ δώσουν τό ποσό ἀπό τήν πώληση. Ὁ δοῦλος τότε ἔπεσε στά πόδια του, τόν προσκυνοῦσε κι ἔλεγε: δεῖξε μου μακροθυμία καί θά σοῦ τά δώσω ὅλα τά χρέη μου πίσω. Τόν λυπήθηκε λοιπόν ὁ κύριός του ἐκεῖνον τό δοῦλο καί τόν ἄφησε νά φύγει· τοῦ χάρισε μάλιστα καί τό χρέος. Βγαίνοντας ἔξω ὁ ἴδιος δοῦλος, βρῆκε ἕναν ἀπό τούς συνδούλους του, πού τοῦ ὄφειλε μόνο ἑκατό δηνάρια· τόν ἔπιασε καί τόν ἕσφιγγε νά τόν πνίξει λέγοντάς του: ξόφλησέ μου αὐτά πού μοῦ χρωστᾶς. Ὁ σύνδουλός του τότε ἔπεσε στά πόδια του καί τόν παρακαλοῦσε: δεῖξε μου μακροθυμία, καί θά σοῦ τά ξεπληρώσω. Ἐκεῖνος ὅμως δέ δεχόταν, ἀλλά πῆγε καί τόν ἔβαλε στή φυλακή, ὥσπου νά ξεπληρώσει ὅτι τοῦ χρωστοῦσε. Ὅταν τό εἶδαν αὐτό οἱ σύνδουλοί του, λυπήθηκαν πάρα πολύ, καί πῆγαν καί διηγήθηκαν στόν κύριό τους ὅλα ὅσα ἔγιναν. Τότε ὁ κύριος τόν κάλεσε καί τοῦ λέει: κακέ δοῦλε, σοῦ χάρισα ὅλο ἐκεῖνο τό χρέος, ἐπειδή μέ παρακάλεσες· δέν ἔπρεπε κι ἐσύ νά σπλαχνιστεῖς τό σύνδουλό σου, ὅπως κι ἐγώ σπλαχνίστηκα ἐσένα; Καί ὀργισμένος τόν παρέδωσε στούς βασανιστές, ὥσπου νά ξεπληρώσει ὅσα τοῦ χρωστοῦσε. Ἔτσι θά κάνει καί σ΄ ἐσᾶς ὁ οὐράνιος Πατέρας μου, ἄν ὁ καθένας σας δέ συγχωρεῖ τά παραπτώματα τοῦ ἀδερφοῦ του μ΄ ὅλη του τήν καρδιά».