Αποστολικόν και Ευαγγελικόν ανάγνωσμα

 Κυριακής 20 Νοε. 2016

Ο Αποστολος

 (Προς Γαλάτας στ΄ 11-18)

Αδελφοί, ίδετε πηλίκοις υμίν γράμμασιν έγραψα τη εμή χειρί. Όσοι θέλουσιν ευπροσωπήσαι εν σαρκί, ούτοι αναγκάζουσιν υμάς περιτέμνεσθαι, μόνον ίνα μη τω σταυρώ του Χριστού διώκονται. Ουδέ γαρ οι περιτετμημένοι αυτοί νόμον φυλάσσουσιν, αλλά θέλουσιν υμάς περιτέμνεσθαι, ίνα εν τη υμετέρα σαρκί καυχήσωνται. Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω. Εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τι ισχύει ούτε ακροβυστία, αλλά καινή κτίσις. Και όσοι τω κανόνι τούτω στοιχήσουσιν, ειρήνη έπ΄ αυτούς και έλεος, και επί τον Ισραήλ του Θεού. Του λοιπού κόπους μοι μηδείς παρεχέτω· εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι μου βαστάζω. Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μετά του πνεύματος υμών, αδελφοί· αμήν.

Ερμηνεία

 
   
Αδελφοί, κυττάξτε με πόσον μεγάλα γράμματα σας έγραψα με το χέρι μου.

 Όσοι θέλουν να φανούν ευάρεστοι με μέσα εξωτερικά, αυτοί σας αναγκάζουν να περιτέμνεσθε, απλώς και μόνον για να μη καταδιώκωνται δια το κήρυγμα περί του σταυρού του Χριστού.

Διότι ούτε αυτοί που περιτέμνονται, φυλάττουν τον νόμο, αλλά θέλουν να περιτέμνεστε σεις, δια να καυχηθούν για την συμμόρφωσίν σας εις ένα εξωτερικόν τύπον.

Εις εμέ δε μη γένοιτο να καυχηθώ δια τίποτε άλλο παρά δια τον σταυρόν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δια του οποίου ο κόσμος είναι σταυρωμένος ως προς εμέ, και εγώ είμαι σταυρωμένος ως προς τον κόσμον.

Διότι εν Χριστώ Ιησού ούτε η περιτομή ούτε η ακροβυστία έχουν αξία αλλά η νέα δημιουργία. Και όσοι βαδίσουν σύμφωνα με τον κανόνα τούτον, ειρήνη ας έλθη εις αυτούς και έλεος, και εις τον Ισραήλ του Θεού. Εις το εξής κανένας ας μη μου δημιουργεί προβλήματα διότι εγώ βαστάζω εις το σώμά μου τα σημάδια του Κυρίου Ιησού.

Η χάρις του Κυρίου μας Ιησού Χριστού εύχομαι να είναι μαζύ σας αδελφοί. Αμήν.

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

 (Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν ιβ΄ 16 – 21

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην·.

 Ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.

Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός·

ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· .

Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω

Ερμηνεία

Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολή, αυτήν:

Kάποιου πλούσιου ανθρώπου τα χωράφια έδωσαν άφθονη σοδειά. Σκεφτόταν, λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός κι έλεγε από μέσα του: Tι θα κάνω τώρα που δεν έχω πού να αποθηκέψω τα γεννήματά μου;

Eίπε λοιπόν: Nα, τι θα κάνω. Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτερες, κι εκεί θα συνάξω όλα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου. Έπειτα θα πω στην ψυχή μου: Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά αποθηκευμένα που αρκούν για χρόνια πολλά. Ξεκουράσου, τρώγε, πίνε, απολάμβανε!

Aλλ’ ο Θεός του είπε:

ʼαμυαλε! Tούτη τη νύχτα την ψυχή σου απαιτούνε από σένα.

Όσα, λοιπόν, ετοίμασες, τίνος θα είναι;

Tο ίδιο άφρονας είναι όποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυρούς και δεν πλουτίζει τον ευτόν του με ότι θέλει ο Θεός.

Όποιος έχει αυτιά για να ακούει άς τα ακούει.