Αποστολικόν και Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα

 εορτής της εν τω Ναώ Εισόδου της Υπεραγίας Θεοτόκου

------------------------------
 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου Θ΄:1-7

 

Ἀδελφοί, εἶχεν ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν. Σκαηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτῃ ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται ῞Αγια. Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη ῞Αγια ῾Αγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος ᾿Ααρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω· δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.

 

Απόδοση στην Νεολληνική

Ἀδελφοί, η πρώτη διαθήκη είχε λατρευτικές διατάξεις και ένα γήινο θυσιαστήριο. Kατασκευάστηκε, δηλαδή, η σκηνή, στο πρώτο μέρος της οποίας υπήρχε η λυχνία και η τράπεζα και οι άρτοι της προθέσεως, η οποία ονομάζεται “ʼΑγια”.

 Kατόπιν, μετά από το δεύτερο καταπέτασμα, κατασκευάστηκε το μέρος της σκηνής που λέγεται

ʼΑγια των Aγίων”. Eκεί υπήρχε ένα χρυσό θυμιατήρι και η κιβωτός της διαθήκης, που απ’ όλες τις πλευρές της ήταν καλυμμένη με χρυσάφι. Mέσα σ’ αυτήν υπήρχε μια χρυσή στάμνα που περιείχε το μάννα, όπως επίσης το ραβδί του Aαρών, που είχε βλαστήσει, και οι πλάκες της διαθήκης. Πάνω από την κιβωτό υπήρχαν αστραφτερά χερουβείμ, που η σκιά τους κάλυπτε ολόκληρο το ιλαστήριο. (Το σκέπασμα της Κιβωτού),

Γι’ αυτά δεν χρειάζεται να μιλήσουμε τώρα λεπτομερώς.

Kαι ήταν με τέτοια διάταξη κατασκευασμένα τα δυο αυτά μέρη της σκηνής, που στο πρώτο μέρος να μπαίνουν πάντοτε οι ιερείς, για να επιτελούν τις λατρευτικές τελετές, ενώ στο δεύτερο μέρος της να μπαίνει μια φορά το χρόνο μόνο ο αρχιερέας, μα κι αυτός όχι χωρίς να φέρει μαζί του αίμα, για να το προσφέρει για τον εαυτό του και για τις αμαρτίες του λαού του, που διαπράττονταν από άγνοια.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

Κατά Λουκάν (ι΄ 38-42, ια΄ 27-28)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς κώμην τινά. Γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. Καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ.

δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν;   Εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. ποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία·

Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς.

γένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας.

Αὐτὸς δὲ εἶπε· μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.

Απόδοση στην Νεολληνική

Κάποτε μπήκε ο Ιησούς σε κάποιο χωριό, όπου μια γυναίκα, που λεγόταν Μάρθα, τον υποδέχτηκε στο σπίτι της.

 Αυτή είχε και μια αδελφή που την έλεγαν Μαρία, η οποία κάθισε κοντά στα πόδια του Ιησού και άκουγε τη διδαχή του. Η Μάρθα απεναντίας, πνιγόταν στη δουλειά για να τους περιποιηθεί. Έτσι, πλησίασε τον Ιησού και του είπε:

«Κύριε, δε σε νοιάζει που η αδελφή μου με άφησε ν' αγωνίζομαι μόνη για να σας υπηρετώ; Πες της λοιπόν να με βοηθήσει». Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και της είπε:

«Μάρθα, Μάρθα! Νοιάζεσαι και αγωνίζεσαι για πολλά! Ένα πράγμα, όμως, είναι αναγκαίο. Η Μαρία λοιπόν διάλεξε την καλή αυτή μερίδα, που δε θα της αφαιρεθεί».

Στο μεταξύ, την ώρα που ο Ιησούς τα έλεγε αυτά, μια γυναίκα μέσα από το πλήθος υψώνοντας τη φωνή της, του είπε:

«Μακάρια η κοιλιά που σε βάσταξε και μακάριοι οι μαστοί που θήλασες!». Κι εκείνος απάντησε: «Αληθινά μακάριοι είναι εκείνοι που ακούν το Λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν».