Αποστολικόν και Ευαγγελικόν Άνάγνωσμα 

Κυριακής 12 Μαϊου., 2019

 

Α Π Ο Σ Τ Ο Λ Ο Σ

Προς Τιμόθεον Α΄ (στ΄ 11-16)

Τέκνον Τιμόθεε, δίωκε δικαιοσύνην, εὐσέβειαν, πίστιν, ἀγάπην, ὑπομονήν, πρᾳότητα. ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως· ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθης καὶ ὡμολόγησας τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων.

Παραγγέλλω σοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τὰ πάντα καὶ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ μαρτυρήσαντος ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τὴν καλὴν ὁμολογίαν, τηρῆσαί σε τὴν ἐντολὴν ἄσπιλον, ἀνεπίληπτον μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἣν καιροῖς ἰδίοις δείξει ὁ μακάριος καὶ μόνος δυνάστης, ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ κύριος τῶν κυριευόντων, ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται· ᾧ τιμὴ καὶ κράτος αἰώνιον· ἀμήν.

Απόδοση στην Νεολληνική

Τέκνον Τιμόθεε, ἐπιδίωκε τὴν δικαιοσύνην, τὴν εὐσέβειαν, τὴν πίστιν, τὴν ἀγάπην, τὴν ὑπομονήν, τὴν πραότητα. Ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως, κράτησε τὴν αἰώνιον ζωήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχεις καλεσθῆ καὶ ἔδωκες τὴν λαμπρὰν ὁμολογίαν ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων.

Σοῦ παραγγέλω ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ζωοποιεῖ τὰ πάντα, καὶ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου ἔδωκε τὴν λαμπρὰν ὁμολογίαν, νὰ τηρήσῃς τὴν ἐντολὴν ἀκηλίδωτη, ἀδιάβλητη μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποίαν θὰ δείξῃ κατὰ τοὺς ὡρισμένους χρόνους, ὁ μακάριος καὶ μόνος Δυνάστης, ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ ὁ Κύριος τῶν κυριευόντων, ὁ μόνος ποὺ ἔχει ἀθανασίαν, ποὺ κατοικεῖ φῶς ἀπρόσιτον, τὸν ὁποῖον κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶδε, οὔτε μπορεῖ νὰ τὸν ἰδῇ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ τιμὴ καὶ ἡ αἰώνια δύναμις. Ἀμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

 Μάρκου ιε΄ 43 - ιστ΄ 8 

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.  Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. καὶ λίαν πρωῒ της μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς·

Απόδοση στην Νεολληνική

Ηρθε ο Ιωσήφ, που καταγόταν από την Αριμαθαία, σεβαστό μέλος του Συνεδρίου, που κι αυτός περίμενε τη βασιλεία του Θεού, ο οποίος τόλμησε, εισήλθε και παρουσιάστηκε μπροστά στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού.   Αλλά ο Πιλάτος θαύμασε απορώντας αν είχε ήδη πεθάνει και, αφού προσκάλεσε τον εκατόνταρχο, τον ρώτησε αν πέθανε από ώρα.   Και όταν το έμαθε από τον εκατόνταρχο, δώρισε το πτώμα στον Ιωσήφ.  Και εκείνος αφού αγόρασε ένα σεντόνι, τον κατέβασε από το σταυρό, τον τύλιξε στο σεντόνι και τον έθεσε μέσα σε μνήμα που ήταν λατομημένο στο βράχο. Και μετά κύλησε ένα λίθο πάνω στη θύρα του μνήματος.   Τότε η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσή κοιτούσαν πού έχει τεθεί. Όταν πέρασε το Σάββατο η Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ η Μαρία ἡ μητέρα του Ἰακώβου καὶ η Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα για να πάνε να ἀλείψωσιν τω σώμα του Ιησού. Ηλθαν στο μνήμα πολύ πρωϊ, την επομένη του Σαββάτου, ανατείλαντος τοῦ ἡλίου.  ήλθαν στο μνημείον. καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς··