Αποστολικόν και Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα

 Κυριακής 18 Αυγ., 2019

 

Απόστολος

Πρὸς Κορινθίους Α’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα γ΄9-17 
 

Ἀδελφοί, Θεοῦ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε. Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον ἔθηκα, ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ· θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν ᾽Ιησοῦς Χριστός. Εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον, χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστιν τὸ πῦρ δοκιμάσει. Εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησεν, μισθὸν λήψεται· εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός. Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς. 

Απόδοση στην Νεολληνική

Γιατί εμείς είμαστε συνεργάτες του Θεού. Το χωράφι του Θεού, η οικοδομή του Θεού είστε εσείς.  Σύμφωνα με τη χάρη που μου δόθηκε από το Θεό, έχω θέσει το θεμέλιο, όπως θα έκανε ένας σοφός αρχιτέκτονας. Άλλος όμως χτίζει πάνω σ΄ αυτό. Ο καθένας, λοιπόν, ας προσέχει πώς χτίζει.  Γιατί βέβαια, κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο, εκτός από εκείνον που ήδη υπάρχει, ο οποίος είναι ο Ιησούς Χριστός.  Κι αν κάποιος χτίζει πάνω σ΄ αυτό το θεμέλιο, χρησιμοποιώντας σαν υλικά χρυσάφι ή ασήμι ή πολύτιμα πετράδια ή ξύλα ή χορτάρι ή άχυρο,  το έργο του καθενός θα φανερωθεί, γιατί θα το βγάλει στην επιφάνεια η Ημέρα της Κρίσεως. Διότι με τη φωτιά αποκαλύπτεται το καθετί. Και ποιας ποιότητας είναι το έργο του καθενός θα το αποδείξει η φωτιά. Αν το έργο που πραγματοποίησε κάποιος παραμείνει, θα λάβει μισθό.  Αν το έργο κάποιου αποτεφρωθεί, θα βγει ζημιωμένος. Ο ίδιος όμως θα σωθεί, αλλά έτσι όπως γλιτώνει κανείς μέσα από πυρκαϊά.  Μήπως δεν ξέρετε πως είστε ναός του Θεού και ότι μέσα σας κατοικεί το Πνεύμα του Θεού;  Αν κανείς φθείρει το ναό αυτό, αυτόν ο Θεός θα τον αφανίσει. Γιατί ο ναός του Θεού είναι άγιος, και ο ναός αυτός είστε εσείς. 

Ευαγγέλιον

Ματθαῖον  ιδ΄ 22 - 34 

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ' ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα· ὁ δὲ εἶπεν, Ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας; καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ. 

Απόδοση στην Νεολληνική

 Αμέσως κατόπιν ο Ιησούς ανάγκασε τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να πάνε πριν απ΄ αυτόν στην απέναντι όχθη, ώσπου να απολύσει τα πλήθη. Κι αφού απέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε μόνος του στο βουνό για να προσευχηθεί. Κι όταν βράδιασε ήταν μόνος του εκεί, ενώ το πλοίο βρισκόταν κιόλας καταμεσής της λίμνης ταλαιπωρούμενο από τα κύματα, γιατί ο άνεμος ήταν αντίθετος.  Και κατά την τέταρτη βάρδια της νύχτας ξεκίνησε ο Ιησούς να πάει κοντά τους περπατώντας πάνω στη λίμνη.  Και σαν τον είδαν οι μαθητές να περπατά πάνω στη λίμνη, ταράχτηκαν λέγοντας πως είναι φάντασμα, και από το φόβο τους κραύγασαν. Αμέσως τότε τους μίλησε ο Ιησούς λέγοντάς τους: «Θάρρος! Εγώ είμαι, μη φοβάστε»! Αποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε:  «Κύριε, αν είσαι εσύ, πρόσταξέ με να έρθω κοντά σου βαδίζοντας πάνω στα νερά».  Κι εκείνος του είπε: «Έλα». Τότε κατέβηκε ο Πέτρος από το πλοίο και περπάτησε επάνω στα νερά για να έρθει στον Ιησού.  Βλέποντας, όμως, δυνατό τον άνεμο, φοβήθηκε. Κι επειδή άρχισε να βουλιάζει, φώναξε: «Κύριε, σώσε με».  Αμέσως τότε ο Ιησούς απλώνοντας το χέρι του τον έπιασε και του λέει: «Ολιγόπιστε, τι σε έκανε να διστάσεις;».  Και μόλις μπήκαν στο πλοίο κόπασε ο άνεμος.Τότε, εκείνοι που βρίσκονταν στο πλοίο, ήρθαν και τον προσκύνησαν λέγοντάς του: «Πραγματικά είσαι Γιος Θεού»!  Κι αφού πέρασαν απέναντι, αποβιβάστηκαν στη Γεννησαρέτ .