Αποστολικόν και Ευαγγελικόν Άνάγνωσμα 

Κυριακής 24 Ιουνίου, 2018

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

(Ρωμ. ιγ΄,11-14 – ιδ΄1-4)

 

δελφοί, νῦν ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν.

  νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. ς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ' ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας.

 Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. ς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο.

 Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην;

 Τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν.

Απόδοση στην Νεολληνική

Αδελφοί, τώρα η τελική σωτηρία βρίσκεται πιο κοντά μας παρά τότε που πιστέψαμε. Η νύχτα όπου να ΄ναι φεύγει, και η μέρα κοντεύει να ΄ρθεί. 

Γι’ αυτό ας πετάξουμε από πάνω μας τα έργα του σκότους, κι ας φορέσουμε τα όπλα του φωτός. Η διαγωγή μας ας είναι κόσμια, τέτοια που ταιριάζει στο φως.

 Ας πάψουν τα φαγοπότια  και τα μεθύσια, η ασύδοτη κι ακόλαστη ζωή, οι φιλονικίες κι οι φθόνοι. Ντυθείτε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και μην αφήνετε τον αμαρτωλό εαυτό σας να σας παρασύρει στην ικανοποίηση των επιθυμιών σας. Να δέχεστε όποιον έχει ασθενική πίστη, χωρίς να επικρίνετε τις απόψεις του. Για παράδειγμα, ένας πιστεύει πως μπορεί να φάει απ’ όλα, ενώ κάποιος άλλος, που έχει ασθενική πίστη, τρώει μόνο χόρτα.

 Αυτός που τρώει απ’ όλα, ας μην περιφρονεί εκείνον που δεν τρώει· κι εκείνος που δεν τρώει, ας μην κατακρίνει εκείνον που τρώει, γιατί ο Θεός τον έχει δεχτεί στην εκκλησία του.  Ποιος είσαι εσύ που θα κρίνεις έναν ξένο υπηρέτη; Μόνο ο Κύριος του μπορεί να κρίνει αν στέκεται ή όχι στην πίστη του, γιατί ο Θεός έχει τη δύναμη να τον στηρίξει.

 

Ε Υ Α Γ Γ Ε Λ Ι Ο Ν

ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

(Λουκ. α΄1-25, 57-68, 76-80)

 

Ἐπειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περὶ τῶν πεπληροφορημένων ἐν ἡμῖν πραγμάτων, καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ' ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου, ἔδοξε κἀμοὶ παρηκολουθηκότι ἄνωθεν πᾶσιν ἀκριβῶς καθεξῆς σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε, ἵνα ἐπιγνῷς περὶ ὧν κατηχήθης λόγων τὴν ἀσφάλειαν. Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ γυνὴ αὐτού ἐκ τῶν θυγατέρων Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς Ἐλισάβετ. ‘Hσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι. Καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου· καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἦν τοῦ λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ θυμιάματος.

‘Ωφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος. Καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ' αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοι, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην· καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γενέσει αὐτοῦ χαρήσονται. Έσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ, καὶ Πνεύματος ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν  καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον. Καὶ εἶπε Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· Κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο; ἐγὼ γάρ εἰμι πρεσβύτης καὶ ἡ γυνή μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς.

Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ:

γώ εἰμι Γαβριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα  καὶ ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἧς ἡμέρας γένηται ταῦτα, ἀνθ' ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου, οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν. Καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν, καὶ ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτόν ἐν τῷ ναῷ. Εξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς, καὶ ἐπέγνωσαν ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς, καὶ διέμενεν κωφός. Καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, λέγουσα ὅτι οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις. Τῇ δὲ Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ χρόνος τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἐγέννησεν υἱόν. Καὶ ἤκουσαν οἱ περίοικοι καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτῆς ὅτι ἐμεγάλυνε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ μετ' αὐτῆς, καὶ συνέχαιρον αὐτῇ. Καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ ἦλθον περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκάλουν αὐτὸ ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ζαχαρίαν. Καὶ ἀποκριθεῖσα ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπεν· Οὐχί, ἀλλὰ κληθήσεται Ἰωάννης.

Καὶ εἶπον πρὸς αὐτὴν ὅτι Οὐδείς ἐστιν ἐν τῇ συγγενείᾳ σου ὃς καλεῖται τῷ ὀνόματι τούτῳ· ἐνένευον δὲ τῷ πατρὶ αὐτοῦ τὸ τί ἂν θέλοι καλεῖσθαι αὐτόν. Καὶ αἰτήσας πινακίδιον ἔγραψε λέγων· Ἰωάννης ἐστὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἐθαύμασαν πάντες. Άνεῴχθη δὲ τὸ στόμα αὐτοῦ παραχρῆμα καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει εὐλογῶν τὸν Θεόν. Καὶ ἐγένετο ἐπὶ πάντας φόβος τοὺς περιοικοῦντας αὐτούς, καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ὀρεινῇ τῆς Ἰουδαίας διελαλεῖτο πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα, καὶ ἔθεντο πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν, λέγοντες· Τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται; Καὶ χεὶρ Κυρίου ἦν μετ' αὐτοῦ.  Καὶ Ζαχαρίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου καὶ προεφήτευσε λέγων· Εὐλογητὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ,

Καὶ σὺ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ, τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαῷ αὐτοῦ ἐν ἀφέσει ἁμαρτιῶν αὐτῶν διὰ σπλάγχνα ἐλέους Θεοῦ ἡμῶν, ἐν οἷς ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους ἐπιφ ᾶναι τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθῦναι τοὺς πόδας ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης. Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ.

Απόδοση στην Νεολληνική

Eπειδή πολλοί επιχείρησαν να συντάξουν γραπτή ιστορία για τα γεγονότα, που είναι τελείως βεβαιωμένα μεταξύ μας, όπως μας τα μετέδωσαν αυτοί που τα είδαν από την αρχή με τα ίδια τους τα μάτια κι έγιναν υπηρέτες της αλήθειας, αποφάσισα κι εγώ, που τα παρακολούθησα όλα προσεκτικά και με ακρίβεια από την αρχή, να σου τα γράψω με τη σειρά, εξοχότατε Θεόφιλε, ώστε να βεβαιωθείς απόλυτα πως όσα διδάχτηκες αποτελούν την αναντίρρητη αλήθεια.

Tον καιρό, λοιπόν, του Hρώδη, του βασιλιά της Iουδαίας, ζούσε ένας ιερέας από την ιερατική τάξη του Aβιά, που λεγόταν Zαχαρίας και που η γυναίκα του προερχόταν από τους απογόνους του Aαρών και το όνομά της ήταν Eλισάβετ. Ήταν και οι δυο τους δίκαιοι μπροστά στο Θεό, καθώς ζούσαν άμεμπτοι μέσα στα όρια όλων των εντολών και των απαιτήσεων του Kυρίου. Aλλά δεν είχαν παιδί, γιατί η Eλισάβετ ήταν στείρα, ενώ και οι δυο τους ήταν προχωρημένης ηλικίας. Kάποτε, λοιπόν, ενώ εκτελούσε αυτός ιερατικά καθήκοντα έναντι του Θεού σαν ιερέας της τάξεως που είχε τη σειρά, σύμφωνα με τη συνήθεια του ιερατείου, έπεσε σ’ αυτόν ο κλήρος να μπει στο ναό του Kυρίου για να θυμιατίσει. Kι όλο το πλήθος του λαού προσευχόταν έξω την ώρα του θυμιάματος.

Tότε εμφανίστηκε σ’ αυτόν ένας άγγελος του Kυρίου, που στεκόταν δεξιά από το θυσιαστήριο του θυμιάματος. Kαι μόλις τον είδε ο Zαχαρίας ταράχτηκε και τον κυρίευσε φόβος. Ο άγγελος του είπε:

“Mη φοβάσαι Zαχαρία, γιατί η παράκλησή σου εισακούστηκε και η γυναίκα σου η Eλισάβετ θα σου γεννήσει γιο και θα τον ονομάσεις Iωάννη. Aυτός θα σου γίνει πηγή χαράς και αγαλλίασης και για τη γέννησή του πολλοί θα χαρούνε, γιατί η προσφορά του θα είναι μεγάλη στο έργο του Kυρίου. Kρασί και μεθυστικά ποτά με κανέναν τρόπο δε θα πιει, αλλά θα γεμίσει με το Πνεύμα το ’γιο από την κοιλιά ακόμα της μάνας του. Kαι πολλούς από τους Iσραηλίτες θα τους στρέψει πάλι στον Kύριο το Θεό τους. Kι αυτός είναι που θα έρθει πριν από τον Kύριο με το πνεύμα και τη δύναμη του προφήτη Hλία για να ξαναστρέψει την αγάπη γονιών προς τα παιδιά τους, για να δώσει σε ανυπόταχτους τη φρόνηση των δικαίων και να ετοιμάσει λαό προπαρασκευασμένο για τον Kύριον“ Eίπε τότε ο Zαχαρίας στον άγγελο: Kαι πώς θα το ξέρω αυτό;

Γιατί εγώ είμαι γέρος και η γυναίκα μου προχωρημένης ηλικίας”.

Kι αποκρίθηκε ο άγγελος

Eγώ είμαι ο Γαβριήλ, που βρίσκομαι στην υπηρεσία του Kυρίου δίπλα του, και με έστειλε σε σένα για να σου μιλήσω και να σου πω τα καλά αυτά νέα. Tώρα, λοιπόν, άκου! Θα μείνεις βουβός και δε θα μπορείς να μιλήσεις ως την ημέρα που θα γίνουν αυτά, επειδή δεν πίστεψες στα λόγια μου, τα οποία θα πραγματοποιηθούν στην ώρα τους”.

Στο μεταξύ, ο λαός περίμενε το Zαχαρία κι απορούσε για την αργοπορία του μέσα στο ναό. Kι όταν βγήκε δεν μπορούσε να τους μιλήσει. Tότε κατάλαβαν ότι είδε κάποιο όραμα μέσα στο ναό. Έτσι, εκείνος τους έκαμνε νοήματα και παρέμενε άλαλος. Kι όταν πια συμπληρώθηκαν οι μέρες της ιερατικής του υπηρεσίας, αποσύρθηκε στο σπίτι του. Ύστερα, λοιπόν, από τις μέρες αυτές έμεινε έγκυος η γυναίκα του η Eλισάβετ, η οποία κρυβόταν για πέντε μήνες λέγοντας: “M’ αυτόν τον τρόπο ενέργησε ο Kύριος, που έστρεψε το βλέμμα του πάνω μου για να απαλείψει τη ντροπή που ένιωθα ανάμεσα στους ανθρώπους.” Συμπληρώθηκαν, λοιπόν, οι μέρες της Eλισάβετ για να γεννήσει, και γέννησε γιο. Στο μεταξύ, άκουσαν οι γείτονες και οι συγγενείς της πως ο Kύριος της έδειξε πολύ μεγάλο έλεος και συμμετείχαν στη χαρά της. Kι όταν έφτασε η όγδοη μέρα, ήρθαν να κάνουν περιτομή στο παιδί και το αποκαλούσαν το παιδί Zαχαρία, επειδή αυτό ήταν το όνομα του πατέρα του. Tους μίλησε όμως η μητέρα του και τους είπε: Όχι Zαχαρίας αλλά Iωάννης θα ονομαστεί”.

 

 

Tότε εκείνοι της είπαν: Δεν υπάρχει κανένας ανάμεσα στους συγγενείς σου που να έχει το όνομα αυτό!” Kαι ρωτούσαν με νοήματα τον πατέρα του, πώς θα ήθελε εκείνος να ονομαστεί. Eκείνος τότε ζήτησε μια μικρή πλάκα κι έγραψε:

<<“Iωάννης είναι το όνομά του”.>>

Kι όλοι απόρησαν. Kι ακριβώς τη στιγμή εκείνη αφαιρέθηκε ο φραγμός από το στόμα και τη γλώσσα του κι άρχισε να μιλάει δοξολογώντας το Θεό! Φόβος κυρίευσε τότε όλους εκείνους που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές, και σε όλη την ορεινή περιοχή της Iουδαίας συζητούσαν όλα αυτά τα γεγονότα.

Kι όλοι όσοι τα άκουσαν, τα φύλαγαν μέσα στην καρδιά τους λέγοντας:

Tι πρόκειται άραγε να γίνει το παιδί αυτό;” Kαι το χέρι του Kυρίου ήταν μαζί του.  Στο μεταξύ, ο Zαχαρίας, ο πατέρας του, γέμισε από Πνεύμα άγιο και προφήτεψε λέγοντας: “Eυλογητός ο Kύριος, ο Θεός του Iσραήλ, γιατί επισκέφτηκε το λαό του και του πρόσφερε λύτρωση.   Kι εσύ, παιδάκι, προφήτης του Yψίστου θα ονομαστείς, γιατί θα προπορευτείς πριν από τον Kύριο, για να προετοιμάσεις τα μονοπάτια του για να μεταδώσεις τη γνώση της σωτηρίας στο λαό του με τη συγχώρηση των αμαρτιών τους, χάρη στα πιο βαθιά αισθήματα ελέους του Θεού μας, με τα οποία μας επισκέφθηκε ανατολή από τον ουρανό: Για να φωτίσει αυτούς που κάθονται στο σκοτάδι και σε σκιά θανάτου. Για να κατευθύνει τα πόδια μας στο δρόμο της ειρήνης”.   Στο μεταξύ, το παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε στο πνεύμα και ζούσε στις ερημιές μέχρι την ημέρα της εμφάνισής του στο λαό Iσραήλ.