Αποστολικόν και Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα

Κυριακής 6 Δεκ., 2020

-----------------------

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Προς Εβραίους (ιγ΄ 17 - 21)

Ἀδελφοί, πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες· ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες· ἀλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο. Προσεύχεσθε περὶ ἡμῶν· πεποίθαμεν γὰρ ὅτι καλὴν συνείδησιν ἔχομεν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλοντες ἀναστρέφεσθαι.

Περισσοτέρως δὲ παρακαλῶ τοῦτο ποιῆσαι, ἵνα τάχιον ἀποκατασταθῶ ὑμῖν. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης, ὁ ἀναγαγὼν ἐκ νεκρῶν τὸν ποιμένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν, καταρτίσαι ὑμᾶς ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ εἰς τὸ ποιῆσαι τὸ θέλημα αὐτοῦ, ποιῶν ἐν ὑμῖν τὸ εὐάρεστον ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν

Απόδοση στην Νεολληνική

Ἀδελφοί, νὰ ὑπακούετε καὶ νὰ ὑποτάσσεσθε εἰς τοὺς προϊσταμένους σας, διότι αὐτοὶ ἀγρυπνοῦν διὰ τὰς ψυχάς σας, σὰν ἄνθρωποι ποὺ θὰ δώσουν λόγον γιὰ σᾶς. Ἂς κάνουν αὐτὸ μὲ χαρὰν καὶ ὄχι ἀναστενάζοντες, πρᾶγμα ποὺ δὲν θὰ ἦτο πρὸς τὸ συμφέρον σας. Προσεύχεσθε γιὰ μᾶς, διότι εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι ἔχομεν ἀγαθὴν συνείδησιν, ἀφοῦ θέλομεν νὰ συμπεριφερώμεθα καλὰ σὲ κάθε περίπτωσιν.

Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ κάνετε αὐτὸ μὲ μεγαλύτερον ζῆλον διὰ νὰ ἀποδοθῶ πάλιν σ’ ἐσᾶς τὸ ταχύτερον. Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης ὁ ὁποῖος ἀνέστησε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς τὸν μέγαν ποιμένα τῶν προβάτων, τὸν Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν, μὲ τὸ αἷμα αἰωνίου διαθήκης, εἴθε νὰ σᾶς κάνῃ τελείους εἰς κάθε καλὸν ἔργον, ὥστε νὰ κάνετε τὸ θέλημά του.

Ἂς ἐνεργῇ αὐτὸς μέσα σας τὸ εὐάρεστον ἐνώπιόν του διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

----------------

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

 Λουκᾶ ιγ΄ 10 – 17

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦν διδάσκων ὁ Ἰησοῦς ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι.  καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακύψαι εἰς τὸ παντελές. Ίδὼν δὲ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς προσεφώνησε καὶ εἶπεν αὐτῇ· Γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου·  καὶ ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χεῖρας· καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν. Άποκριθεὶς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε τῷ ὄχλῳ· Ἓξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν ταύταις οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε, καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου. Άπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν:· Ὑποκριτά·ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει; ταύτην δὲ, θυγατέρα Ἀβραὰμ οὖσαν, ἣν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου; Καὶ ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδόξοις τοῖς γινομένοις ὑπ' αὐτοῦ.

Απόδοση στην Νεολληνική

Ένα Σάββατο,, δίδασκε ο Ιησούς σε μια από τις συναγωγές. Εκεί, λοιπόν, ήταν και μια γυναίκα, η οποία κατεχόταν από ένα πνεύμα που την κρατούσε άρρωστη για δεκαοχτώ χρόνια, και ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε να ορθώσει ολότελα το σώμα της. Όταν, λοιπόν, την είδε ο Ιησούς, τη χαιρέτησε και της είπε: Γυναίκα, ελεύθερη είσαι πια από την αρρώστια σου. Ακούμπησε έπειτα τα χέρια του πάνω της, κι αμέσως εκείνη στάθηκε όρθια και δοξολογούσε το Θεό. Πήρε τότε το λόγο ο αρχισυνάγωγος και με αγανάκτηση, επειδή θεράπευσε ο Ιησούς τη μέρα του Σαββάτου, έλεγε στο πλήθος: “Yπάρχουν έξι μέρες κατά τις οποίες πρέπει να εργάζεται κανείς. Αυτές τις μέρες, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε κι όχι τη μέρα του Σαββάτου! Του αποκρίθηκε, όμως, ο Kύριος και είπε: “Yποκριτή! 

O καθένας από σας δε λύνει μήπως τη μέρα του Σαββάτου το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί και πάει και το ποτίζει; Kι αυτή, που είναι θυγατέρα του Αβραάμ, και που την έδεσε ο Σατανάς εδώ και δεκαοχτώ, τώρα, χρόνια, δεν έπρεπε τάχα να λυθεί από το δέσιμο αυτό την ημέρα του Σαββάτου; Kαι μ’ αυτά που έλεγε καταντροπιάζονταν όλοι εκείνοι που εναντιώνονταν σ’ αυτόν, ενώ ο κόσμος όλος χαιρόταν για όλα τα θαυμαστά πράγματα που αυτός έκαμνε.