Ευαγγελικά Αναγνώσματα Κυριακής 25/8/2013

2013-08-22 09:03

Πρὸς Κορινθίους

 Α’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα γ΄ 9-17

Ἀδελφοί, Θεοῦ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε. Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον ἔθηκα, ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ· θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν ᾽Ιησοῦς Χριστός. Εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον, χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστιν τὸ πῦρ δοκιμάσει. Εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησεν, μισθὸν λήψεται· εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός. Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς.

 

 Ερμηνεία

 

Ἀδελφοί, είμαστε του Θεού συνεργάτες, ενώ εσείς είστε καλλιεργημένο χωράφι του Θεού, οικοδομή του Θεού. Κατά τη χάρη του Θεού που μου δόθηκε σαν σοφός αρχιτέκτονας έθεσα θεμέλιο, άλλος όμως εποικοδομεί. Καθένας λοιπόν ας βλέπει πώς εποικοδομεί. Γιατί θεμέλιο άλλο κανείς δε δύναται να θέσει παρά εκείνο που κείται, που είναι ο Ιησούς Χριστός. Και αν κάποιος οικοδομεί πάνω στο θεμέλιο χρυσάφι, άργυρο, πολύτιμους λίθους, ξύλα, χορτάρι, καλάμι,  καθενός το έργο θα γίνει φανερό, γιατί η Ημέρα θα το φανερώσει, επειδή με φωτιά αποκαλύπτεται. Και καθενός το έργο, τι είδους είναι, η φωτιά θα το δοκιμάσει. Αν κάποιου θα μείνει το έργο που εποικοδόμησε, θα λάβει μισθό. Αν κάποιου το έργο θα κατακαεί, θα ζημιωθεί, αυτός όμως θα σωθεί, αλλά έτσι σαν διαμέσου φωτιάς. Δεν ξέρετε ότι είστε ναός του Θεού και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας; Αν κάποιος φθείρει το ναό του Θεού, θα φθείρει αυτόν ο Θεός. γιατί ο ναός του Θεού είναι άγιος, οι οποίοι είστε εσείς.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

(Ματθ. ιδ’ 22-34)

 

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νγκασεν ησος τος μαθητς ατο μβναι ες τ πλοον κα προγειν ατν ες τ πραν, ως ο πολσ τος χλους. Κα πολσας τος χλους νβη ες τ ρος κατ΄ δαν προσεξασθαι. ψας δ γενομνης μνος ν κε. Τ δ πλοον δη μσον τς θαλσσης ν, βασανιζμενον π τν κυμτων· ν γρ ναντος νεμος. Τετρτ δ φυλακ τς νυκτς πλθε πρς ατος ησος περιπατν π τς θαλσσης. Κα δντες ατν ο μαθητα π τν θλασσαν περιπατοντα ταρχθησαν λγοντες τι φντασμ στι, κα π το φβου κραξαν. Εθως δ λλησεν ατος ησος λγων· Θαρσετε, γ εμι· μ φοβεσθε. ποκριθες δ ατ Πτρος επε· Κριε, ε σ ε, κλευσν με πρς σε λθεν π τ δατα. δ επεν, λθ. Κα καταβς π το πλοου Πτρος περιεπτησεν π τ δατα λθεν πρς τν ησον. Βλπων δ τν νεμον σχυρν φοβθη, κα ρξμενος καταποντζεσθαι κραξε λγων· Κριε, σσν με. Εθως δ ησος κτενας τν χερα πελβετο ατο κα λγει ατ· λιγπιστε! ες τ δστασας; Κα μβντων ατν ες τ πλοον κπασεν νεμος ο δ ν τ πλοίῳ λθντες προσεκνησαν ατ λγοντες· ληθς Θεο Υἱὸς ε. Κα διαπερσαντες λθον ες τν γν Γεννησαρτ.

 

Ερμηνεία

Ἐκεῖνο τον καιρό, ὁ Ἰησοῦς ὑποχρέωσε τούς μαθητές του νά μποῦν στό καΐκι καί νά πᾶνε νά τόν περιμένουν στήν ἀπέναντι ὄχθη, ὡσότου αὐτός διαλύσει τά πλήθη. Ἀφοῦ τούς διέλυσε, ἀνέβηκε μόνος του στό βουνό νά προσευχηθεῖ. Ὅταν βράδιασε ἦταν μόνος του ἐκεῖ. Στό μεταξύ τό καΐκι βρισκόταν κιόλας στή μέση τῆς λίμνης καί τό παίδευαν τά κύματα, γιατί ἦταν ἀντίθετος ὁ ἄνεμος. Κατά τά ξημερώματα, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς κοντά τους περπατώντας πάνω στή λίμνη. Οἱ μαθητές, ὅταν τόν εἶδαν νά περπατάει πάνω στή λίμνη, τρόμαξαν· ἔλεγαν πώς εἶναι φάντασμα κι ἔβαλαν τίς φωνές ἀπό τό φόβο τους. Ἀμέσως ὅμως ὁ Ἰησοῦς τούς μίλησε καί τούς εἶπε: «Θάρρος! Ἐγώ εἶμαι· μή φοβάστε.» Ὁ Πέτρος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Κύριε, ἄν εἶσαι ἐσύ, δῶσε μου ἐντολή νά ἔρθω κοντά σου περπατώντας στά νερά». Κι ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Ἔλα». Κατέβηκε τότε ἀπό τό πλοῖο ὁ Πέτρος κι ἄρχισε νά περπατάει πάνω στά νερά γιά νά πάει στόν Ἰησοῦ. Βλέποντας ὅμως τόν ἰσχυρό ἄνεμο φοβήθηκε, κι ἄρχισε νά καταποντίζεται· ἔβαλε τότε τίς φωνές: «Κύριε, σῶσε μέ!» Ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς ἅπλωσε τό χέρι, τόν ἔπιασε καί τοῦ λέει: «Ὀλιγόπιστε, γιατί σέ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;» Καί μόλις ἀνέβηκαν στό καΐκι κόπασε ὁ ἄνεμος. Τότε ὅσοι ἦταν στό καΐκι ἦρθαν καί τόν προσκύνησαν λέγοντας: «Ἀληθινά, εἶσαι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ!» Ἀφοῦ διασχίσανε τή λίμνη, ἦρθαν στήν περιοχή τῆς Γεννησαρέτ.